Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

Επιτέλους


Βλέπω πρόσωπα, αναγνωρίζω λέξεις, εκφράσεις, ρυτίδες στο πρόσωπο, πάνω από τα φρύδια, ανάμεσα στη μύτη, στην άκρη των χειλιών ειρωνεία.
Χαράζω μια γραμμή συντονισμένη σε δυο κόσμους,
έναν που γυρίζει γύρω από  εαυτόν αγνοώντας μια τόσο δα μικρή λεξούλα ''Αγάπη"
και έναν άλλον που ακόμα και το ουράνιο τόξο χάνει τους χρωματισμούς του αντικρίζοντάς τον.



Λαθεύεις, φωνάζουν οι  αυτοαποκαλούμενοι τιμωροί,
χαράζεις λέξεις- γραμμές ασυντόνιστη...



Έβγαλα το καπέλο, απελευθέρωσα τα αυτιά...Επιτέλους...Στέλλα Μαντωνανάκη
Η Γιαγιά της έλεγε ότι τα παραμύθια είναι για λίγους.


Σε ένα  μυροβόλο νησί γεννήθηκε η Μαρία ένα όμορφο κορίτσι με ροδαλά μάγουλα και εκφραστικά μάτια, οι μοίρες-υφάντρες που ορίζουν τις ζωές όρισαν και τη δική της ...
Έγειραν στην κούνια της, είδαν το παιδικό χαμόγελο να φέγγει και άρχισαν να ράβουν  και να μπαλώνουν, με τα μαγικά ραβδιά τους την πασπάλισαν με χρυσόσκονη και πλάι της άφησαν ένα ροδάνι για να καθορίσει τη ζωή της. Η Κλωθώ την ύφανε, η Λάχεσης την καθόρισε
και η Άτροπος, αν και αδίστακτη, τη φύσηξε απαλά χαρίζοντας της ζωντάνια.
Κοίταξαν και χαμογέλασαν όταν μια τούφα μαλλιά  απαλά σαν αφρός ξέφυγαν, θέλησαν να τα τιθασεύσουν και  τα έδεσαν με μια χρυσή κορδέλα.
Η Διαμάντα έζησε μια ζωή σαν "παραμύθι", τα είχε όλα, πρίγκιπες, δράκους, μαγεία και πόνο.
Tα μαλλιά πάντα ατίθασα, καμιά χρυσή κορδέλα δεν κατάφερε να τα φυλακίσει,
ξέπλεκα ανέμιζαν ελεύθερα όπως το μυαλό της.
Οι μοίρες έκαναν το κουμάντο τους μα και αυτή το δικό της .
Έζησε και ζει πλάθοντας κόσμους, δημιουργεί και ανασαίνει, ανασαίνει και δημιουργεί…ζωγραφίζοντας.
Η αγαπημένη  μελίστακτη σοφή γιαγιά με τα αεικίνητα μάτια της έλεγε:
-Μαρία μου αγαπάς τη ζωή, αγαπάς τον άνθρωπο, την τέχνη, το μυαλό σου θα μείνει ελεύθερο, παραγωγικό...
Χρυσοκόκκινο ψαράκι μου δε σε χωράει η γυάλα γιατί το μυαλό σου δε φυλακίζεται…
Αφιερωμένο στη Μαρία
Στέλλα Μαντωνανάκη