Παρασκευή, 6 Απριλίου 2012


Όλη νύχτα δεν έκλεισε μάτι. Ήταν πολύ αναστατωμένος. Από τη μια σκεφτόταν την Ευανθία κι από την άλλη άκουγε μελωδίες μέσα στο κεφάλι του. Τα χέρια του έτρεχαν πάνω στους κόμπους της υφαντής κουβέρτας, πηδώντας με ταχύτητα, από τον ένα στον άλλο. Με τα δάκτυλα να ψηλαφούν ήχους και να γίνονται μουσικές αρμονίες στο νου του, ξημερώθηκε. Ξαφνικά του φάνηκε τόσο απλό, ήξερε πως μπορούσε να το κάνει κι αυτός. Πως αν καθόταν μπροστά στο πιάνο θα μπορούσε να παίξει. Άκουγε τη μουσική μέσα του, τη μουσική που έκαναν οι κόμποι καθώς τα χέρια του έτρεχαν από τον ένα στον άλλο. Ήταν σίγουρος πως κάθε κόμπος που πατούσε έβγαζε και μια διαφορετική νότα κι όλες μαζί είχαν στήσει χορό πάνω στη υφαντή κουβέρτα, μέχρι που χάραξε για τα καλά.
Την άλλη μέρα στο σχολείο παρατηρούσε με μεγαλύτερη προσοχή την Ευανθία. Είδε πως εκτός από τη μουσική το πιάνο έβγαζε και μια κίνηση που ήταν κρυμμένη μέσα στο σώμα. Οι ώμοι της πότε χαμήλωναν και πότε τεντώνονταν, το κεφάλι της πότε έγερνε και πότε έπεφτε στο πλάι, κάποια στιγμή το ένα χέρι της το κρεμούσε στο πλάι χαλαρό κι ύστερα από λίγο το σήκωνε με ορμή και με τα δυο μαζί κτυπούσε σαν να ήταν οργισμένη τα πλήκτρα. Τότε ήταν που η μουσική απογειωνόταν.
Κατάλαβε πως με τους κόμπους της κουβέρτας, δεν θα μπορούσε να βγάλει ποτέ από μέσα του αυτή την ορμή. Όλη εκείνη τη μέρα ήταν πολύ λυπημένος. Προσπαθούσε να σκεφτεί τι θα μπορούσε να κάνει και που θα μπορούσε να βρει πιάνο, να καθίσει στο σκαμνάκι του και να παίξει όπως έβλεπε να κάνει η Ευανθία. Ξέχασε τον έρωτά του γιαυτήν προς το παρόν και στο μυαλό του υπήρχε μόνο το ερώτημα… «Που θα βρω πιάνο». Ήταν αδύνατον να μιλήσει στους γονείς του. Ήξερε πως δεν υπήρχε περίπτωση να συμφωνήσουν, πως δεν θα μπορούσε να τους πείσει, χίλιες φορές είχε ακούσει το πατέρα του να λέει, πως αυτή η μουσική ήταν γυναικεία υπόθεση. Πράγματι στη Πόλη εκείνα τα χρόνια, μόνο τα κορίτσια μάθαιναν πιάνο και μάλιστα τα κορίτσια από τις εύπορες οικογένειες.
Το μαρτύριο της δεύτερης νύχτας ήταν χειρότερο. Είχε ανακαθίσει στο κρεβάτι κι έπαιζε πάλι τους κόμπους της κουβέρτας, όμως τα μάτια του ήταν υγρά. Δεν μπορούσε να κάνει καμιά κίνηση με το σώμα του κι αυτό τον αποθάρρυνε. Η απογοήτευση του ήταν μεγάλη και η μουσική εκείνη τη νύχτα έβγαινε μισή από μέσα του. Μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα το αποφάσισε. Ποιος θα τον έβλεπε εξάλλου τέτοια ώρα, ποιος θα τον άκουγε; Η βροχή που έπεφτε έκανε τόσο θόρυβο και το σχολείο ήταν απομονωμένο στην άκρη της πλατείας.
Σηκώθηκε βιαστικά και ντύθηκε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Την ώρα που φορούσε τις πλαστικές του γαλότσες, άκουσε τα βήματα του πατέρα του στο διάδρομο. Πάγωσε. Ευτυχώς δεν είχε πάρει τίποτα μυρωδιά, στη κουζίνα πήγαινε να καπνίσει, όπως έκανε πολλές φορές το βράδυ. Περίμενε ντυμένος και καθισμένος στην άκρη του κρεβατιού. Πρέπει να περίμενε παραπάνω από μια ώρα, μέχρι που στο σπίτι δεν ακούγονταν παρά μόνο βαθιές ανάσες.
Έφθασε στο σχολείο και πήδησε το χαμηλό μαντρότοιχο. Έσταζε ολόκληρος όταν κάθισε μπροστά στο σκαμνάκι του πιάνου. Όμως ούτε κρύο ένοιωθε, ούτε τίποτα άλλο εκτός από μια μεγάλη ευτυχία. Τόσο μεγάλη, όσο ποτέ μέχρι τότε στη ζωή του. Τα χέρια του έτρεχαν από μόνα τους πάνω στα πλήκτρα και το κορμί του ακολουθούσε τη κίνηση τους, λες κι ήταν συντονισμένο μαζί τους. Τρανταζόταν ολόκληρος. Έπαιζε, έπαιζε μέχρι που από το μισάνοικτο φεγγίτη είδε το γκρίζο φως της μέρας που ξεκινούσε. Έβαλε το μεταξωτό πανί πάνω στα πλήκτρα κι έκλεισε το πιάνο απαλά. Μετά έσκυψε και το φίλησε. Τράβηξε το σκαμνάκι και με τους αγκώνες του σκούπισε τα νερά που είχαν κάνει μια μικρή λιμνούλα στο πάτωμα. Ήταν καταμουσκεμένος ως τα κόκκαλα, όμως δεν τον ενδιέφερε τίποτα, δεν ένοιωθε τίποτα.
Έφθασε στο σπίτι του με τη ψυχή στο στόμα. Καθώς έτρεχε φοβόταν μήπως είχε ξυπνήσει η μάνα του, που κάθε μέρα σηκωνόταν από τα χαράματα για να τους ετοιμάσει. Ευτυχώς όλοι ακόμα κοιμόνταν του καλού καιρού. Έβγαλε τα ρούχα του και τα πήγε στο πλυσταριό και μετά κουκουλώθηκε κάτω από τις κουβέρτες. Έτριβε τα χέρια του γεμάτος ικανοποίηση. Αυτά τα χέρια του είχαν δώσει τόση χαρά, τόση ευτυχία όλη τη νύχτα.
Απόσπασμα από το βιβλίο της Άννας Γαλανού «Το παράπονό μου μια κραυγή», που κυκλοφορεί απο τις εκδόσεις Ωκεανίδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: